Η οικονομία της ευρωζώνης παρέμεινε στάσιμη το τέταρτο τρίμηνο του 2024, σημειώνοντας μηδενική ανάπτυξη, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat την Πέμπτη. Το ποσοστό ήταν χαμηλότερο από τις προσδοκίες των οικονομολόγων για επέκταση 0,1% και ακολούθησε μια ισχυρότερη από την αναμενόμενη ανάπτυξη 0,4% το τρίτο τρίμηνο. Τα απογοητευτικά στοιχεία υπογραμμίζουν τις συνεχιζόμενες οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το μπλοκ των 20 εθνών εν μέσω υποτονικής καταναλωτικής εμπιστοσύνης και γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων.

Η Γερμανία και η Γαλλία, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης, ανέφεραν πιο αδύναμα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το ΑΕΠ της Γερμανίας συρρικνώθηκε κατά 0,2% το τέταρτο τρίμηνο, σημειώνοντας τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά οικονομικής πτώσης, ενώ ελαφρά συρρίκνωση κατέγραψε και η οικονομία της Γαλλίας. Το ΑΕΠ της Ιταλίας παρέμεινε αμετάβλητο σε τρίμηνο σε τρίμηνο. Αντίθετα, η Ισπανία σημείωσε ισχυρή επέκταση 0,8% και η οικονομία της Πορτογαλίας αναπτύχθηκε κατά 1,5%, λόγω της αυξημένης ιδιωτικής κατανάλωσης, σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία της χώρας.
Οι αδύναμες οικονομικές επιδόσεις είναι πιθανό να επηρεάσουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία ανακοίνωσε μείωση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης την Πέμπτη, μειώνοντας το βασικό επιτόκιο της διευκόλυνσης καταθέσεων στο 2,75%. Αυτή σηματοδοτεί την πέμπτη μείωση από τον Ιούνιο του 2024, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προσπαθούν να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα εν μέσω στασιμότητας. Η Πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε ότι «η διαδικασία αποπληθωρισμού βρίσκεται σε καλό δρόμο» και επιβεβαίωσε τις προσδοκίες ότι ο πληθωρισμός θα φτάσει τον στόχο του 2% της κεντρικής τράπεζας αργότερα φέτος.
Το ευρώ υποχώρησε 0,15% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ μετά την έκθεση για το ΑΕΠ, αντανακλώντας τις ανησυχίες των επενδυτών για τις οικονομικές προοπτικές της περιοχής. Η απόφαση της ΕΚΤ να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική έρχεται σε αντίθεση με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ , η οποία επέλεξε να διατηρήσει τα επιτόκια, υπογραμμίζοντας την απόκλιση μεταξύ της υποτονικής οικονομίας της Ευρώπης και της ισχυρότερης ανάπτυξης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το οικονομικό κλίμα στη ζώνη του ευρώ παραμένει εύθραυστο, με τους δείκτες εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επιχειρήσεων να παραμένουν υποτονικοί.
Ο πληθωρισμός παραμένει ανησυχητικός, με τον δείκτη τιμών καταναλωτή της ευρωζώνης να αυξάνεται στο 2,4% τον Δεκέμβριο, ενώ ο βασικός πληθωρισμός, που δεν περιλαμβάνει τις ασταθείς τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, παρέμεινε σταθερός στο 2,7% για τέταρτο συνεχόμενο μήνα. Η ΕΚΤ είχε προβλέψει προηγουμένως ανάπτυξη 0,2% για το τελευταίο τρίμηνο του 2024, επικαλούμενη παράγοντες όπως η εξασθένιση των οικονομικών ενισχύσεων μετά το καλοκαίρι, η επίμονη αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικές εντάσεις. Η Γερμανία, παραδοσιακά η οικονομική μηχανή του μπλοκ, συνεχίζει να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως η αστάθεια των τιμών της ενέργειας, η γραφειοκρατία και η πολιτική αβεβαιότητα.
Η κυβέρνηση μείωσε πρόσφατα την πρόβλεψή της για ανάπτυξη για το 2025 στο 0,3% από προηγούμενη εκτίμηση 1,1%, σηματοδοτώντας συνεχιζόμενες οικονομικές δυσκολίες. Η πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία και τη Γερμανία περιπλέκει περαιτέρω τις προοπτικές, με τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές να είναι επιφυλακτικοί για τις μελλοντικές δημοσιονομικές και ρυθμιστικές πολιτικές. Η ΕΚΤ αναμένεται να συνεχίσει τη διευκολυντική της στάση, με πιθανές πρόσθετες μειώσεις επιτοκίων το 2025, καθώς η κεντρική τράπεζα δίνει προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη έναντι των παρατεταμένων ανησυχιών για τον πληθωρισμό. – Από το MENA Newswire News Desk.
